Το παιδομάζωμα (devşirme) ήταν ένας από τους πιο χαρακτηριστικούς θεσμούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ο οποίος καθόρισε σε μεγάλο βαθμό την οργάνωση του στρατού και της διοίκησης, αλλά και τη σύνθεση των πληθυσμών στις πόλεις και τις περιοχές που υπάγοντο στην οθωμανική κυριαρχία.
Πρόκειται για την αναγκαστική στρατολόγηση χριστιανών παιδιών, κυρίως αγοριών από τα Βαλκάνια, τα οποία μεταφέροντο στα κέντρα της αυτοκρατορίας, εξισλαμίζοντο και εκπαιδεύοντο για στρατιωτική ή διοικητική σταδιοδρομία.
Ο θεσμός αυτός δεν ήταν απλώς ένα μέσον στρατολογήσεως, αλλά ένας μηχανισμός μετασχηματισμού κοινωνιών και δημιουργίας μιας πολυεθνικής, μικτής και πιστής στον σουλτάνο ελίτ.
Η πρακτική του παιδομαζώματος άρχισε να οργανώνεται από τα μέσα του 14ου αιώνος, με τις πρώτες καταγραφές να τοποθετούν τη συστηματική εφαρμογή του κατά την περίοδο του σουλτάνου Μουράτ του Β΄ (1421‑1451).
Οι εκθέσεις των ιστορικών αναφέρουν ότι πρωτεργάτης του θεσμού ήτο ο Καρά Χαλίλ Πασάς, μεγάλος βεζίρης του Μουράτ Α΄, αλλά η οργανωμένη και περιοδική εφαρμογή ξεκίνησε σταδιακώς στις κατακτημένες βαλκανικές περιοχές, με στόχο την ενίσχυση της οθωμανικής στρατιωτικής δύναμης και τη δημιουργία μιας τάξης πιστών αξιωματούχων που δεν είχαν δεσμούς με τις οικογένειές τους ή τις τοπικές κοινωνίες.
Το σύστημα λειτουργούσε συνήθως κάθε πέντε χρόνια, με αξιωματούχους του κράτους να επιλέγουν παιδιά ηλικίας 6‑10 ετών, θεωρούμενα σωματικώς και πνευματικώς ικανά, τα οποία στη συνέχεια μεταφέροντο στην Κωνσταντινούπολη ή σε ειδικά εκπαιδευτικά κέντρα.
Η εκπαίδευση των παιδιών ήταν αυστηρή και περιελάμβανε τόσο στρατιωτική κατάρτιση όσο και διδασκαλία της τουρκικής γλώσσης και του ισλαμικού δόγματος.
Τα πλέον ικανά παιδιά εγίνοντο αξιωματούχοι, ενώ οι υπόλοιποι ενετάσσοντο στο σώμα των γενιτσάρων.
Το παιδομάζωμα δεν είχε απλώς στρατιωτική ή διοικητική διάσταση, αλλά επηρεούσε βαθύτατα την κοινωνική και ανθρωπολογική σύνθεση των περιοχών.
Παιδιά χριστιανικής προελεύσεως από την Ελλάδα, τη Σερβία, την Αλβανία, τη Βουλγαρία και τη Βοσνία απετέλεσαν τη βάση για τη δημιουργία μίας ελίτ με ευρωπαϊκά φυσικά χαρακτηριστικά, όπως ξανθά μαλλιά και γαλάζια ή πράσινα μάτια.
Οι οικογένειές τους έχαναν την επαφή με τα παιδιά, τα οποία μεγάλωναν με τουρκική και ισλαμική ταυτότητα, ενώ ταυτοχρόνως η Κωνσταντινούπολη και άλλες μεγάλες πόλεις συγκέντρωσαν έναν πολυεθνικό πληθυσμό με μικτή φυλετική φυσιογνωμία (ευκόλως παρατηρούμενη ακόμη και σήμερα στην Τουρκία).
Η κοινωνική επίδραση του παιδομαζώματος υπήρξε μακροχρόνιος.
Η άρχουσα τάξη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας περιελάμβανε μεγάλο ποσοστόν εξισλαμισμένων Βαλκανίων, ενώ η γενετική και πολιτισμική σύνθεση των πόλεων ενισχύθη με πληθυσμούς που δεν είχαν αρχικώς τουρκική ή μογγολική καταγωγή.
Αυτό εξηγεί την παρουσία ευρωπαϊκών χαρακτηριστικών σε πλείστες περιοχές, όπως η Κωνσταντινούπολη και τα μικρασιατικά παράλια ακόμα και μετά από αιώνες οθωμανικής κυριαρχίας.
Ο θεσμός, ωστόσο, άρχισε να παρακμάζει από τον 17ο αιώνα, λόγω διαφθοράς, εξεγέρσεων και της μετατροπής του σε κληρονομικό προνόμιο, και εγκατελείφθη σταδιακώς στα τέλη του αυτού αιώνος.
Εν κατακλείδι, το παιδομάζωμα δεν ήτο μόνον ένας μηχανισμός στρατολογήσεως αλλά και μία στρατηγική ενσωμάτωσης και κοινωνικής αναδιαμόρφωσης, που επηρέασε την πολιτική, την κοινωνία και τη φυσιογνωμία των πληθυσμών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, δημιουργώντας μια πολυεθνική και μικτή ελίτ με έντονη παρουσία στις κύριες πόλεις και τα παράλια της αυτοκρατορίας.