Της Αικ.Γ. Δασκαλοπούλου
Στην ιστορία της αρχαίας Αθήνας λίγοι ξένοι ηγεμόνες συνδέθηκαν τόσο στενά με την πόλη όσο ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Πόπλιος Αίλιος Αδριανός (Publius Aelius Hadrianus, 117–138 μ.κ.ε.).
Ο Αδριανός δεν υπήρξε απλώς ένας ηγεμόνας της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας· υπήρξε ένθερμος φιλέλληνας και βαθύς θαυμαστής του ελληνικού πολιτισμού.
Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του η Αθήνα γνώρισε μια νέα περίοδο ακμής, καθώς ο αυτοκράτορας χρηματοδότησε μεγάλα έργα, θεσμούς και πολιτιστικές πρωτοβουλίες που επαναπροσδιόρισαν τον ρόλο της πόλης στον ελληνορωμαϊκό κόσμο.
Η σχέση του Αδριανού με την Ελλάδα ξεκίνησε ήδη από τη νεότητά του. Λάτρης της ελληνικής παιδείας, της φιλοσοφίας και της λογοτεχνίας, απέκτησε το προσωνύμιο Graeculus («μικρός Έλληνας»). Η βαθιά αυτή πνευματική σχέση εξηγεί γιατί, ως αυτοκράτορας πλέον, επεδίωξε να αναδείξει την Αθήνα ως πνευματικό κέντρο της ανατολικής Μεσογείου και ως συμβολικό πυρήνα της ελληνικής παράδοσης μέσα στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία.
Ο Αδριανός διαδέχθηκε τον αυτοκράτορα Τραϊανό το 117 μ.κ.ε., σε μια εποχή όπου η αυτοκρατορία είχε φτάσει στη μεγαλύτερη γεωγραφική της έκταση.
Σε αντίθεση με την επεκτατική πολιτική του προκατόχου του, ο Αδριανός προτίμησε τη σταθεροποίηση των συνόρων και την ενίσχυση της διοίκησης. Ταυτόχρονα, επιδόθηκε σε ένα εκτεταμένο πρόγραμμα οικοδομικών έργων και αστικών μεταρρυθμίσεων, τα οποία βελτίωσαν τη λειτουργία των πόλεων και ενίσχυσαν την οικονομία των επαρχιών.
Στις ελληνόφωνες περιοχές της αυτοκρατορίας η περίοδος αυτή θεωρείται εποχή αναζωογόνησης και πολιτιστικής άνθησης κατά τον 2ο αιώνα μ.κ.ε.
Η Αθήνα κατείχε ξεχωριστή θέση στη σκέψη του αυτοκράτορα. Την επισκέφθηκε αρκετές φορές και παρέμεινε σε αυτήν περισσότερο από κάθε άλλη πόλη εκτός της Ρώμης. Κατά την πρώτη του επίσκεψη, περίπου το 112 μ.κ.ε., εκλέχθηκε επώνυμος άρχων της πόλης, μια ιδιαίτερα τιμητική θέση που συνέδεε τον Ρωμαίο αξιωματούχο με τους θεσμούς της αθηναϊκής δημοκρατικής παράδοσης.
Μετά την άνοδό του στον αυτοκρατορικό θρόνο επέστρεψε στην Αθήνα το 124 μ.κ.ε., όπου μυήθηκε στα Ελευσίνια Μυστήρια, ένα από τα σημαντικότερα θρησκευτικά δρώμενα του αρχαίου ελληνικού κόσμου.
Κατά την ίδια περίοδο προχώρησε σε σημαντικές διοικητικές μεταρρυθμίσεις. Επανακαθόρισε τη λειτουργία της αθηναϊκής βουλής, επαναφέροντας τον αριθμό των πεντακοσίων βουλευτών σύμφωνα με το σύστημα του Κλεισθένη, και επιχείρησε να ρυθμίσει οικονομικά και φορολογικά ζητήματα της πόλης. Παράλληλα, περιηγήθηκε σε περιοχές της Πελοποννήσου, όπου χρηματοδότησε έργα και αποκαταστάσεις ιερών και δημοσίων κτιρίων.
Ιδιαίτερη σημασία είχε το πολιτικό του όραμα για την ενότητα των ελληνικών πόλεων.
Στα έτη 131–132 μ.κ.ε. ίδρυσε το Πανελλήνιο, έναν ομοσπονδιακό θεσμό στον οποίο συμμετείχαν πόλεις της Ελλάδος, της Μικράς Ασίας και άλλων περιοχών, εφόσον μπορούσαν να αποδείξουν την ελληνική καταγωγή τους. Έδρα του θεσμού ορίστηκε η Αθήνα, γεγονός που ενίσχυσε τον συμβολικό της ρόλο ως πνευματικής πρωτεύουσας του ελληνικού κόσμου.
Στο πλαίσιο του θεσμού καθιερώθηκαν και οι αγώνες Πανελλήνια, οι οποίοι προορίζονταν να αναβιώσουν το πνεύμα των μεγάλων πανελλήνιων εορτών της κλασικής εποχής.
Η μεγαλύτερη όμως συμβολή του Αδριανού στην Αθήνα υπήρξε το εκτεταμένο οικοδομικό πρόγραμμα που άλλαξε την όψη της πόλης. Το πιο εντυπωσιακό έργο ήταν η ολοκλήρωση του ναού του Ολυμπίου Διός, ενός γιγαντιαίου ναού κορινθιακού ρυθμού, του οποίου τα θεμέλια είχαν τεθεί ήδη τον 6ο αιώνα π.κ.ε. από τους Πεισιστρατίδες.
Μετά από αιώνες ημιτελούς κατασκευής, ο ναός ολοκληρώθηκε τελικά από τον Αδριανό και εγκαινιάστηκε το 131/132 μ.κ.ε. Το μνημείο υπήρξε ένα από τα μεγαλύτερα της αρχαιότητος και στο εσωτερικό του τοποθετήθηκαν κολοσσιαία αγάλματα του Δία και του ίδιου του αυτοκράτορα, υποδηλώνοντας τη σύνδεση της αυτοκρατορικής εξουσίας με τη θεϊκή λατρεία.
Εξίσου εντυπωσιακό υπήρξε το οικοδόμημα της Βιβλιοθήκης του Αδριανού, που ανηγέρθη το 132 μ.κ.ε. βόρεια της Ακροπόλεως.
Το μνημειακό αυτό συγκρότημα, διαστάσεων περίπου 122 επί 82 μέτρων, σχεδιάστηκε κατά τα πρότυπα ενός ρωμαϊκού φόρουμ και περιλάμβανε κεντρική αυλή με στοές, διακοσμητική δεξαμενή νερού και αίθουσες για ανάγνωση και διδασκαλία. Στην ανατολική πτέρυγα φυλάσσονταν πάπυροι και χειρόγραφα, ενώ άλλοι χώροι χρησιμοποιούνταν για φιλοσοφικές διαλέξεις και δημόσιες συζητήσεις.
Η βιβλιοθήκη απετέλεσε το μεγαλύτερο πνευματικό κέντρο της ρωμαϊκής Αθήνας και συμβόλιζε τη σύνδεση της ρωμαϊκής εξουσίας με την ελληνική παιδεία.
Στο ίδιο πρόγραμμα εντάσσονται και άλλα σημαντικά έργα: η επιβλητική Πύλη του Αδριανού, που σηματοδοτούσε συμβολικά το όριο ανάμεσα στην «παλαιά πόλη του Θησέα» και τη «νέα πόλη του Αδριανού», καθώς και το λεγόμενο Πάνθεον των Αθηνών, ναός αφιερωμένος σε όλους τους θεούς αλλά και στη λατρεία του ίδιου του αυτοκράτορα. Στην περιοχή του Κυνοσάργους εντοπίστηκαν τα κατάλοιπα ενός γυμνασίου που επίσης ιδρύθηκε με δική του πρωτοβουλία.
Ιδιαίτερα σημαντικό υπήρξε και το τεχνικό έργο της υδροδότησης της πόλης. Το Αδριάνειο Υδραγωγείο, μήκους περίπου είκοσι χιλιομέτρων, κατασκευάστηκε ως υπόγειος αγωγός που μετέφερε νερό από τις πηγές της Πάρνηθας προς την Αθήνα μέσω ενός συστήματος φρεάτων και σηράγγων.
Το έργο άρχισε γύρω στο 125 μ.κ.ε. και ολοκληρώθηκε το 140 μ.κ.ε. από τον διάδοχό του Αντωνίνο Πίο, καταλήγοντας σε μεγάλη δεξαμενή στον λόφο του Λυκαβηττού.
Το υδραγωγείο θεωρείται ένα από τα πιο εντυπωσιακά τεχνικά επιτεύγματα της ρωμαϊκής μηχανικής και εξασφάλισε στην πόλη επαρκή υδροδότηση για αιώνες.
Παράλληλα με τα τεχνικά έργα, ο Αδριανός φρόντισε για την αναβάθμιση θρησκευτικών και πολιτιστικών εκδηλώσεων. Ενίσχυσε τη λαμπρότητα των Διονυσίων, των μεγάλων θεατρικών αγώνων της πόλης, ενώ χρηματοδότησε δημόσιες τελετές και αγώνες που συνδέονταν με τη μακραίωνη πνευματική παράδοση της Αθήνας.
Η σχέση του αυτοκράτορα με την πόλη υπήρξε τόσο στενή ώστε οι Αθηναίοι τον τίμησαν σχεδόν ως θεϊκή μορφή. Αγάλματά του ανεγέρθηκαν στην Ακρόπολη και στην Αγορά, ενώ ο ίδιος λατρεύτηκε ως «Ολύμπιος» και «Νέος Διόνυσος». Η τιμή αυτή αντανακλούσε όχι μόνο την ευγνωμοσύνη των κατοίκων για τα έργα και τις δωρεές του, αλλά και την επιθυμία να συνδεθεί η ρωμαϊκή εξουσία με το κλασικό παρελθόν της πόλης.
Όταν ο Αδριανός πέθανε το 138 μ.κ.ε., είχε αφήσει πίσω του μια Αθήνα διαφορετική από εκείνη που είχε βρει. Χάρη στις πρωτοβουλίες του, η πόλη μετατράπηκε σε σημαντικό διοικητικό και πολιτιστικό κέντρο της ανατολικής αυτοκρατορίας. Τα μνημεία που ανεγέρθηκαν επί της βασιλείας του εξακολουθούν μέχρι σήμερα να αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της ιστορικής φυσιογνωμίας της Αθήνας και να θυμίζουν μια περίοδο κατά την οποία ένας Ρωμαίος αυτοκράτορας προσπάθησε να αναβιώσει το πνεύμα της κλασικής Ελλάδος.